Για να μην ζούμε μόνοι

loneliness

 

Pour ne pas vivre seul
on vit pour le printemps
et quand le printemps meurt
pour le prochain printemps.

“Για να μην ζούμε μόνοι
ζούμε για την άνοιξη
κι όταν η άνοιξη τελειώσει
ζούμε για αυτήν που θα έρθει.”

Η φωνή της εκφωνήτριας ακουγόταν ζεστή και φιλική. O άντρας μετά από αυτό το τραγούδι έκλεισε το ραδιόφωνο. Καθόταν σκυφτός στο σκοτεινό δωματιάκι του και σκεφτόταν. Το σταχτοδοχείο γεμάτο, η ατμόσφαιρα αποπνικτική. Στροβιλιζόταν σ’ ένα ιλιγγιώδες ταξίδι στο χρόνο και οι θύμησες της περασμένης ζωής του είχαν στήσει τρελό χορό. Αναρωτιόταν πώς έφτασε να κάθεται εκεί, στην άκρη του κρεβατιού του, μόνος.

Ήταν είκοσι χρονών όταν ερωτεύτηκε μια κοπέλα. Αισθηματίας καθώς ήταν, έπεσε με τα μούτρα. Όμως μια μέρα, ξύπνησε δίχως αυτήν και έμεινε να την περιμένει για το υπόλοιπο της ζωής του. Αρρώστησε και έπαθε κατάθλιψη επειδή αυτή τον παράτησε, επειδή αυτή τον κορόιδεψε ή απλά επειδή ήταν γραφτό να του συμβούν όλα αυτά. Κανείς δεν ξέρει και κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά.

Χωρίς δουλειά και εξαρτώμενος από “καλοπροαίρετους” συγγενείς, δεν μπόρεσε να συγκρατήσει ένα δάκρυ που κύλισε στο μάγουλο του.

Εκείνη τη στιγμή μια γνώριμη φωνή ακούστηκε να χτυπά την πόρτα:

– Θείε Βλάση, σου έφερα γλυκό.

Σκούπισε γρήγορα τα μάτια του αλλά ο ανιψιός του είχε δει το δάκρυ.

– Τι κάνεις, θείε;

– Εδώ αντέχω! Χωρίς αγάπη κι όμως αντέχω! είπε χαμογελαστά προσπαθώντας να κρύψει αυτά που σκεφτόταν πριν.

Το παιδί άφησε το πιάτο, αντάλλαξαν δύο καθημερινές κουβέντες κι έφυγε. Ο Βλάσης αναστέναξε. Άνοιξε το παράθυρο και το φως πλημμύρισε το δωμάτιο. Ανοιγόκλεισε τα μάτια και είδε τον ήλιο να ετοιμάζεται να κρυφτεί πίσω από κάτι σύννεφα. Κάθισε στην καρέκλα του σιωπηλός σαν κάτι να περίμενε.

Κάποια χιλιάδες χιλιόμετρα πιο μακριά, η Νίκη ξύπνησε και κοίταξε γύρω της παραξενεμένη. Δεν ήξερε πού βρισκόταν. Στύλωσε το βλέμμα της στο παράθυρο και σιγά σιγά αναγνώρισε χρώματα και μυρωδιές. Οι αναμνήσεις την ταξίδεψαν πίσω όταν το σπίτι πλημμύριζε από γέλια παιδιών να τρέχουν γύρω από το κρεββάτι της και η φωνή της κόρης της ακουγόταν σαν κελάηδισμα από την κουζίνα όπου ετοίμαζε φαγητό. Έκλεισε τα μάτια της ευχαριστημένη. Ήθελε να κρατήσει τις αναμνήσεις μέσα της για όσο πιο πολύ μπορούσε, σαν φυλαχτό.

Ο χρόνος της είχε κλέψει έναν άντρα και μια κόρη αφήνοντας στη θέση τους φωτογραφίες και μια ντουλάπα γεμάτη από τα προσωπικά τους είδη που δεν ήθελε να δώσει ούτε να πετάξει. Ένιωθε ότι ήταν το μόνο που της είχε μείνει απ’ αυτούς, κάτι πολύτιμο που δεν ήθελε να αποχωριστεί. Τα εγγόνια της σκόρπισαν στις γωνιές του κόσμου.

Προσπάθησε να σηκωθεί αλλά το βάρος των ογδόντα εφτά της χρονών την τραβούσε πίσω στο κρεββάτι. Τελικά, τα κατάφερε, περπάτησε αργά ως την κουζίνα και κάθισε εκεί όπου καθόταν πάντα: σε μια καρέκλα απέναντι από την μπαλκονόπορτα. Ένα περιστέρι ήρθε και στάθηκε στο κιγκλίδωμα του μπαλκονιού, ένας όμορφος και απρόσμενος επισκέπτης. Σηκώθηκε και περπάτησε προς τη μπαλκονόπορτα. Κοίταξε ψηλά. Τα σύννεφα στριμώχνονταν στρώνοντας το γκρίζο πάπλωμα του ουρανού. Γύρισε την πλάτη σιωπηλή και περίμενε.

Σ’ ένα βουνό της Κρήτης το Γιαννιώ καθόταν στην αυλή του πετρόχτιστου σπιτιού. Στα νιάτα του ήταν πρώτος στο τρέξιμο, τη σκοποβολή και το κυνήγι. Τα άγρια βουνά της Κρήτης ήταν τα λημέρια του. Το κοπάδι του ήταν η περηφάνια του, η δουλειά του και η συντροφιά του. Η μάνα του έλεγε: “Παντρέψου Γιαννιώ, να κάμεις το δικό σου σπιτικό. Εγώ μέχρι πότες θα ζω για να σε θωρώ; Γέρασα, δεν κατέω μπλιο να καρτερώ.”

Βρέθηκε μια κοπελιά καλή, με προξενιό. Την αγάπησε το Γιαννιώ, όμως αυτή δεν ήθελε να ζήσει στο χωριό. Λεφτά δεν υπήρχαν και αυτή δεν ήθελε να ζήσει τη ζωή της γυναίκας ενός ταπεινού βοσκού. Με τα πολλά, ο  αρραβώνας χάλασε.

Μετά του παρουσιάστηκαν κάτι προβλήματα υγείας. Χειρουργεία, γιατροί, έξοδα.

Κάθισε και τα σκεφτόταν όλα αυτά. Πώς η ζωή του πέρασε γοργά σαν το νερό, πώς δεν ήταν γραφτό να κάνει οικογένεια και να αποκτήσει τα δικά του παιδιά…

“Δεν βαριέσαι”, σκέφτηκε. “Τίποτα δεν κρατά για πάντα. Οι έρωτες έρχονται και φεύγουν, τα παιδιά μεγαλώνουν και φεύγουν, το μόνο που απομένει είσαι εσύ με ένα ανυπέρβλητο φορτίο αγάπης που δεν κατάφερες να μοιράσεις στον κόσμο”.

Θυμήθηκε τους γονείς του. Πόσο αγαπημένοι έζησαν στο φτωχικό σπιτικό τους. Με σεβασμό γρικούσαν ο ένας τους χτύπους της καρδιάς του αλλουνού. Ήξεραν να επικοινωνούν. Έκαναν παιδιά, είδαν και εγγόνια κι όταν έφυγε ο πατέρας του, η μητέρα του έζησε με τη θύμηση του την υπόλοιπη ζωή της, μοιράζοντας την αγάπη της στα παιδιά και τα εγγόνια της.

Ένα σπουργίτι ήρθε και κάθισε στην τριανταφυλλιά  Έπαιξε με το βάρος του και το είδε να φτερουγίζει μακριά. Ξαφνικά δυο στάλες νερό έπεσαν στο πρόσωπο του. Ψιχάλιζε. Σηκώθηκε αργά από την καρέκλα του και μπήκε σιωπηλός μέσα στο σπίτι.

Η βροχή άρχισε να δυναμώνει και να χτυπά δυνατά τις στέγες των σπιτιών. Τρεις άνθρωποι ήξεραν πια καλά ότι κανείς δεν θα ερχόταν με τέτοια βροχή.

Αφιερωμένο στα τρία πρόσωπα της ιστορίας που μεγαλώσαμε μαζί τους.

Τα σχόλια σας είναι καλοδεχούμενα!