Η γυναίκα έξω από το σούπερ μάρκετ

inspirational-christmas-stories-the-little-match-girl-2

Η γυναίκα έξω από το σούπερ μάρκετ κρατούσε σκυμμένο το κεφάλι. Καθόταν εκεί από ώρα, σαν κάποιον να περίμενε. Η ώρα περνούσε και κανείς δεν ερχόταν.

Η γυναίκα έξω από το σούπερ μάρκετ κρατούσε τα μάτια χαμηλά και κοιτούσε το έδαφος. Καμιά φορά σήκωνε το βλέμμα για να αντικρίσει ένα περαστικό. Κανείς δεν την κοιτούσε. Ούτε η ίδια ήθελε να κοιτάξει τον εαυτό της. Ευχόταν να μπορούσε να γίνει αόρατη.

Η γυναίκα αυτή, με το σκυμμένο κεφάλι και τα ξεφτισμένα ρούχα, είχε τρία παιδιά. Εκείνο το πρωί, ξύπνησε και το μέτωπο της έβραζε. Σήκωσε τρυφερά τα παιδιά της για να πάνε σχολείο. Το σπίτι ήταν κρύο, άσχημος ο φετινός χειμώνας. Πού λεφτά για πετρέλαιο! Όμως δεν θα άφηνε τον πυρετό να τη ρίξει στο κρεββάτι. Αυτή ήταν πιο δυνατή από τον πυρετό. Ένα δυνατό φτέρνισμα την έκανε να διπλωθεί και να πονέσει στον θώρακα. Προσπαθώντας να μην το σκέφτεται, έντυσε τα παιδιά και τα ξεπροβόδισε ως την πόρτα. Κλείνοντας την πόρτα δεν μπόρεσε να μην σκεφτεί ότι ούτε ένα δεν γύρισε να κοιτάξει πίσω. Ίσως επειδή ήθελαν να ξεχάσουν το άδειο τραπέζι που κάποτε μοσχοβολούσε το ψωμί και το μέλι.

Έπρεπε να σκεφτεί τι θα τους μαγειρέψει για το μεσημέρι. Άνοιξε νευρικά το ντουλάπι της κουζίνας. Η μυρωδιά της υγρασίας έκλεισε τα ρουθούνια της και της έφερε αναγούλα. Κάποτε είχε υποσχεθεί στον εαυτό της ότι θα έφευγε από αυτό το σπίτι. Κάποτε είχε υποσχεθεί ότι δεν θα έχει ξανά την ανάγκη κανενός. Κάποτε… το τώρα έκανε αυτό το κάποτε να μοιάζει με άπιαστο όνειρο.

“Αλάτι, λίγος καφές και τρία φακελάκια χαμομήλι. Δεν μαγειρεύεις και πολλά με δαύτα” σκέφτηκε. Ντύθηκε, έβαλε το παλτό της και χύθηκε στους δρόμους, κρατώντας ανάμεσα στα σφιγμένα της δόντια την απόφαση που είχε πάρει χθες το βράδυ. Γύρω της, οι δρόμοι δεν έμοιαζαν όπως παλιά, γεμάτοι χρώματα, τραγούδια και χαμογελαστά πρόσωπα. Τώρα ήταν πλημμυρισμένοι με άγνωστες φάτσες, αδιάφορες και μοχθηρές. “Οι άνθρωποι αλλάζουν ή ο τρόπος που βλέπουν τα πράγματα;” αναρωτήθηκε.

Αυτό που θα έκανε σήμερα, στριφογύριζε στο μυαλό της εδώ και μέρες. Ντρεπόταν να το πει, ντρεπόταν να το παραδεχτεί. Γι’ αυτό αποφάσισε να περπατήσει πιο μακριά, σε μια άλλη γειτονιά, εκεί που ήλπιζε ότι δεν θα συναντούσε κάποιο γνωστό.

Έφτασε έξω από το σούπερ μάρκετ. Θυμήθηκε τότε τις χρυσές εποχές όταν μπορούσε κι έμπαινε μέσα και ψώνιζε ό,τι ήθελε. Σήμερα δεν θα έμπαινε μέσα. Σήμερα θα μεταμορφωνόταν. Αυτό το πρωινό, θα προσπαθούσε να ξεχάσει ποια ήταν και θα γινόταν κάποια άλλη. Μια γυναίκα που ζητούσε ελεημοσύνη. Θα ζητούσε από τους ανθρώπους που έμπαιναν να ψωνίσουν, βγαίνοντας να έχουν αγοράσει κάτι για τα παιδιά της.

Οι άνθρωποι στην αρχή την κοιτούσαν περίεργα. Συνήθως οι ζητιάνοι μιας μικρής πόλης είναι γνωστές φυσιογνωμίες και έχουν τις δικές τους πιάτσες. Ξέρεις πού θα βρεις ποιον. Από την άλλη πλευρά της πόρτας καθόταν μια τέτοια γνωστή φυσιογνωμία που όλη τη μέρα ζητιάνευε και έπειτα ό,τι του έδιναν το ψώνιζε μπύρες. Ένας ιερέας που μπήκε μέσα, ντυμένος στο σκούρο μπλε του ράσο, του φώναξε: “Τεμπέλη! Γιατί δεν πας να δουλέψεις;”

Μετά το πρώτο μούδιασμα και αφού η ώρα περνούσε λυτρωτικά, φάνηκε ότι οι άνθρωποι συνήθισαν την παρουσία της κι αυτή συνήθισε την αδιαφορία τους. Δεν μπορείς να δίνεις σε όλους. Κι αν αυτή η γυναίκα ήταν απατεώνας και είχε κάνει τη ζητιανιά επάγγελμα; Πού θέλατε να το ξέρουν όλοι αυτοί που έμπαιναν κι έβγαιναν αποφεύγοντας να την κοιτάξουν;

Το κορίτσι με το καφέ παλτό στην αρχή κοντοστάθηκε παραξενεμένο όταν η γυναίκα της μίλησε έξω από το σούπερ μάρκετ και της είπε με σιγανή φωνή αν θέλει να της ψωνίσει κάτι για τα παιδιά της. Την προσπέρασε και μπήκε στο σούπερ μάρκετ με εκείνο το σφίξιμο στην καρδιά που νιώθεις όταν δεν μπορείς να αλλάξεις τον κόσμο. Όταν παρ’ όλες τις προσπάθειες σου ο κόσμος συνεχίζει να είναι άδικος για τους πολλούς και δίκαιος για τους λίγους. Μετά από λίγο, περιμένοντας στην ουρά άκουσε μια συζήτηση στο ταμείο:

“Μα ποια είναι αυτή εκεί έξω; Εδώ ήρθε να ζητιανέψει; Δεν αφήνει τον κόσμο να ψωνίσει”.

Η σκέψη της ταξίδεψε στις τόσες ιστορίες που είχε ακούσει με επαγγελματίες ζητιάνους οι οποίοι άλλο παρά ζητιάνοι ήταν. Διατηρούσαν βιβλιάρια καταθέσεων καθόλου ευκαταφρόνητων ποσών.

“Ναι, και η γειτόνισσα μας η Φιλίτσα, ανακάλυψε ένα βιβλιάριο τέτοιο που της έδωσε μια γειτόνισσα της γύφτισσα να της το φυλάξει να μην το βρει ο άντρας της” είπε αυτή που ήταν μπροστά της στην ουρά. Τι λες! Κι εγώ που νόμιζα ότι αυτά συμβαίνουν στις ταινίες!

“Σε έναν κόσμο που συνεχώς κατρακυλά στον απύθμενο γκρεμό της κρίσης, πώς μπορείς να ξεχωρίσεις την αλήθεια από το ψέμα;”

“Δεν μπορείς. Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να δίνεις”.

“Μα αν δίνεις συνέχεια, δεν θα καταφέρεις να φτάσεις στο σπίτι σου. Τόσοι πολλοί ζητάνε ελεημοσύνη”.

Το συναίσθημα και η ψυχρή λογική έδιναν μάχη μέσα της. Το κορίτσι με το καφέ παλτό βγαίνοντας έξω άφησε στη γυναίκα ένα πακέτο μακαρόνια. Λίγα μακαρόνια για να καταπνίξει τις τύψεις της.

Περπατώντας για το σπίτι, με τα χέρια της να προσπαθούν να συγκρατήσουν το ένοχο βάρος από τα ψώνια,  οι στολισμένοι δρόμοι και οι γιορτινές βιτρίνες δεν μπορούσαν να την κάνουν να ξεχαστεί. Η γυναίκα έξω από το σούπερ μάρκετ καθρεφτιζόταν πίσω από την πολυτέλεια των ακριβών βιτρινών, πίσω από τα στολίδια που θα πεταγόντουσαν στα σκουπίδια και πίσω από μια χριστουγεννιάτικη φρενίτιδα που προσπαθούσε να σβήσει από τις άσπιλες συνειδήσεις ότι για κάποια παιδιά αυτές οι γιορτές, δεν θα είναι και τόσο γιορτινές.

Photo via

 

2 Comment

  1. Πόση σκληρή πραγματικότητα να αντέξει κανείς..
    Είμαι σίγουρη ότι θα μπορούσε να είναι η αληθινή ιστορία κάποιων διπλανών μας..

  2. Απλά υπέροχο.Μπράβο και σε ευχαριστώ….

Τα σχόλια σας είναι καλοδεχούμενα!