Ο κουβάς και πώς κλειδώθηκα απ’ έξω

Αν κάποιοι μιλούν για μισογεμάτα και μισοάδεια ποτήρια, ο γιος μου τρελαίνεται εξίσου για μισοάδειους και μισογεμάτους κουβάδες, σφουγγαρίσματος κατά προτίμηση. Το σίγουρο είναι ότι όταν ξεκινάς να σφουγγαρίσεις, που λόγω εργασίας μπορεί να θεωρηθεί πολυτέλεια, δεν περιμένεις να κλειδωθείς κι απ’ έξω.

Ο γιος μου τρελαίνεται για το νερό. Μάλιστα “νεό” ήταν από τις πρώτες λέξεις που είπε και μάλιστα αρκετά νωρίς, ταυτόχρονα σχεδόν με τη λέξη “κότο”, που για όσους δεν ξέρουν σημαίνει μπισκότο στα μωρουδιακά. Ίσως έχει να κάνει με την αίσθηση επιβίωσης που έχουν όλοι οι άνθρωποι, και ο γιος μου μπορεί να πιστεύει ότι με νεό και κότα επιβιώνεις άνετα.

Αυτή του η λατρεία για το νερό φανερώνεται μόνο όταν είναι ντυμένος. Αντίθετα όταν μπαίνει στη μπανιέρα ενοχλείται πάρα πολύ από το νερό που του ρίχνω στο κεφάλι. Δυστυχώς μπάνιο χωρίς δάκρυα δεν κάναμε ακόμη. Όμως παρά το κλάμα, βρίσκει εξαιρετικά ενδιαφέρουσα την τρύπα της αποχέτευσης της μπανιέρας που προσπαθεί να βουλώσει διαρκώς με το πόδι του κατά τη διάρκεια του μπάνιου.

 Για να σφουγγαρίσω πρέπει η κατάσταση να φτάσει στο απροχώρητο. Πες με πολυάσχολη, πες με τεμπέλα, πες με ό,τι θες, δεν θα παρεξηγηθώ. Σήμερα ήταν μια από αυτές τις μέρες που η κατάσταση δεν πήγαινε άλλο, κι ενώ το καθάρισμα άρχισε ομαδικά, δηλ. ο μπέμπης να θαυμάζει την ηλεκτρική σκούπα, κι ειδικά τις ρόδες της κι εγώ να σκουπίζω, όταν περάσαμε αναγκαστικά στο σφουγγάρισμα ο μπέμπης αποφάσισε να “βοηθήσει” περισσότερο. Πώς; Θέλοντας να βουτήξει όλος μέσα στον κουβά!

 Από τη στιγμή που είδε τον κουβά να γεμίζει, το βλέμμα του άλλαξε. Προσπάθησε να φτάσει τον κουβά μέσα στη μπανιέρα, αλλά μάταια. Δεν είναι ακόμα αρκετά ψηλός. Θαύμαζε τις μπουρμπουλήθρες που έκανε το απορρυπαντικό και δεν μπορούσε να τους αντισταθεί παρά τα απεγνωσμένα “όχι” και “μη” μου.

 Το τι συνέβη μπορεί να περιγραφεί κι ως ματσ:

 Η Ελένη παίρνει τον κουβά, καταφέρνει να ξεγελάσει το μπέμπη με μια σφουγγαριστική ντρίμπλα στα δεξιά, και να τον απομονώσει σε μικρή περιοχή μεταξύ κρεβατιού και κούνιας. Εμποδίζει τη δίοδο προς τον κουβά ηρωικά, παρόλο που ο αντίπαλος φέρνει ένα ζευγάρι σαγιονάρες για να τις ρίξει μέσα. Με πολύ κόπο καταφέρνει να βρεθεί πολύ κοντά στην ολοκλήρωση του ματσ, όταν ο μικρός με μια κίνηση ματ ρίχνει αιφνιδιαστικά ένα κινητό μέσα στον κουβά. Εξαγριωμένη η Ελένη προσπαθεί να σώσει το κινητό αφήνοντας ακάλυπτο τον κουβά, και ο μικρός βρίσκει ευκαιρία να χώσει τα χέρια του μέσα στο νερό ως τους αγκώνες και να σκοράρει. Ενώ η Ελένη συνεχίζει να είναι απασχολημένη με το κινητό, ο μικρός πανηγυρίζει τη νίκη του πετώντας το καινούργιο του αυτοκινητάκι μέσα στον κουβά και ταυτόχρονα προσπαθεί να βυθίσει κι ένα αθλητικό παπούτσι. Όμως μάταια, το παπούτσι σώζεται, το αυτοκινητάκι όχι.

 Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κουδούνι. Η κυρία Τ. μου είχε φέρει τα κλειδιά του γραφείου! Μα βέβαια πώς το είχα ξεχάσει. Της ανοίγω μέσα στον πανικό, παίρνω αγκαλιά τον μπέμπη και την περιμένω στις σκάλες. Αρχίζω να της εξιστορώ τα καμώματα του γιου μου και όταν την ακούω να λέει: “Η πόρτα…” γκαπ “…θα κλείσει”.

 Μάλιστα. Σιωπή. Αναγκαστικά εκείνη τη στιγμή το μυαλό παίρνει στροφές και πηγαίνουμε να βρούμε τον πατέρα στη δουλειά για να μας δώσει τα δικά του κλειδιά. Όταν με είδε με τις πιτζάμες απόρησε όμως δεν είχα καιρό για εξηγήσεις. Long story.

 Τέλος, καταϊδρωμένη και κατακουρασμένη αποφάσισα να ακολουθήσω τη συμβουλή της μάνας μου, γιατί ως γνωστόν οι μάνες ξέρουν καλύτερα. Μου έδωσε δύο εναλλακτικές:

 1. Θα έχω τον κουβά μέσα στη μπανιέρα και θα πηγαινοέρχομαι να βρέχω τη σφουγγαρίστρα, κάνοντας αεροβική γυμναστική ταυτόχρονα (γιατί ποιος είπε ότι δεν μπορείς να γυμναστείς ενώ καθαρίζεις;).

2. Δεν θα σφουγγαρίζω.

 Αχ, δύσκολο το δίλημμα.

Τα σχόλια σας είναι καλοδεχούμενα!