Συγκατοικώντας με μια ηλεκτρική σκούπα

Vacuum-cleaner-ad

Η συγκατοίκηση με μια ηλεκτρική σκούπα είναι πολύ δύσκολη. Ειδικά αν είσαι δύο ετών, έχουν πιάσει τα κρύα και η μαμά σου έχει στρώσει τα χαλιά οπότε χρειάζεται να τη βάζει σε λειτουργία συχνά πυκνά“. Αυτά θα εξομολογούταν ο γιος μου αν κάποτε έγραφε “Το ημερολόγιο ενός μωρού” και μπορούσε να μας τα πει χαρτί και καλαμάρι. Όμως αρκείται στο να μας πει: “Δε τη φοβάμαι τη κούπα!” κι αμέσως “κατουριέται” από το φόβο του όταν τη βάζουμε εμπρός. Περνάει μια περίοδο άρνησης γιατί οι άντρες και να φοβούνται, ποτέ δεν θα το πουν (λέμε τώρα).

Μετά από ένα γκάλοπ που διεξήγαγα σ’ ένα μεγάλο δείγμα του πληθυσμού (ρώτησα την αδερφή μου και έψαξα στο ίντερνετ) έμαθα ότι κι άλλα παιδάκια φοβούνται ειδικά την ηλεκτρική σκούπα. Φταίει αυτό το φοβερό της παρουσιαστικό, ο μεγάλος σωλήνας με το περίεργο πράγμα στην άκρη και κυρίως ο τρομερός της θόρυβος που την κάνει το αντικείμενο του “τρόμου”. Βασικά όταν σκουπίζω βλέποντας τις αντιδράσεις του μικρού νιώθω σαν να παίζω σε ταινία θρίλερ.

Ψάχνοντας λοιπόν στο ίντερνετ να δω αν αυτό που νιώθει το παιδί μου είναι φυσιολογικό γιατί δεν θυμάμαι αν φοβόμουν τη σκούπα όταν ήμουν δύο χρονών (έχουν περάσει και είκοσι χρόνια από τότε… καλά ίσως λίγα παραπάνω), βρήκα κάτι που γνώριζα και αξίζει να μοιραστώ μαζί σας: υπάρχει μεγάλη διάσταση μεταξύ του φόβου και της φοβίας.

Τι είναι φόβος; Είναι ένα φυσιολογικό συναίσθημα και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της κανονικής ανάπτυξης του παιδιού σύμφωνα με τους ψυχολόγους. Συγκεκριμένα για την ηλεκτρική σκούπα κάπου διάβασα ότι τα παιδιά βλέποντάς τη να ρουφά τη σκόνη σκέφτονται: “Πού ξέρω ‘γω, ότι δεν θα ρουφήξει κι εμένα;”. Αν είσαι μικρούλης μπόμπιρας, είναι φυσιολογικό να το σκέφτεσαι.

Τι είναι φοβία; Φοβία είναι ένα συναίσθημα το οποίο δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε μόνοι μας, προκαλεί εμπόδια στη ζωή μας και δεν μας αφήνει να απολαύσουμε ή να κάνουμε ομαλά τις καθημερινές δραστηριότητες μας.

Τα παιδιά έρχονται αντιμέτωπα πολύ νωρίς με το φόβο από τη στιγμή της γέννησης τους κατά την οποία καλούνται να αντεπεξέλθουν σ’ ένα καινούργιο φωτεινό και κρύο περιβάλλον. Η αγκαλιά της μητέρας του αποτελεί καταφύγιο και παρηγοριά.

Έπειτα ο φόβος είναι συνυφασμένος με τα αναπτυξιακά στάδια. Ο φόβος ως άμυνα του οργανισμού μας βοηθά όχι μόνο να εμπεδώσουμε αλλά να χτίσουμε και τις εσωτερικές μας άμυνες απέναντι στα φοβικά αντικείμενα. Έτσι βλέπουμε πολλά παιδιά να ανταπεξέρχονται στις φοβικές καταστάσεις μέσω του παιχνιδιού.

Πριν κάποια χρόνια μετέφρασα ένα βιβλίο, το οποίο τελικά δεν είχε την τύχη να εκδοθεί (πονεμένη ιστορία). Ήταν το Les Phobies, του συγγραφέα Paul Denis. Ευτυχώς που ξεκίνησα αυτό το λαμπρό (γκούχου γκούχου) ιστολόγιο για να μη μείνει για πάντα αυτό το μετάφρασμα στο συρτάρι, δηλαδή σ’ ένα ξεχασμένο φάκελο στο σκληρό δίσκο του υπολογιστή μου. Δημοσιεύω κάποια αποσπάσματα που έχουν να κάνουν με το θέμα μας:

Οι φοβίες

(τα αποσπάσματα είναι από το τέταρτο κεφάλαιο με τίτλο

 “Εμφάνιση και εξέλιξη της φοβίας στο παιδί”)

Ι.- Το άγχος για το άγνωστο

Η πρώτη φοβική αντίδραση με βάση τα στοιχεία της παρατήρησης, είναι το άγχος «του όγδοου μήνα», όπως αποκαλείται από τον Σπιτζ (Spitz). Πρόκειται για την αρνητική αντίδραση του μωρού όταν αντικρίζει ένα ξένο πρόσωπο η οποία εμφανίζεται συνήθως πριν τον όγδοο μήνα. Αυτή η στάση μπορεί να συμπεριληφθεί στις φοβίες όταν εμφανίζει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που να την διαφοροποιούν από τις καταστάσεις πολύ έντονου άγχους που συνδέονται με την εγκατάλειψη, ή όταν συνοδεύεται από καταστάσεις σύγχυσης. Αποτελεί λοιπόν μια στάση του παιδιού που μπορεί να συμβεί εν τη παρουσία της μητέρας, μετά από μια πρώτη περίοδο ζωής όπου το παιδί χαμογελούσε συνεχώς. Περιέχει κινήσεις αποφυγής που θυμίζουν μεταγενέστερες φοβίες. Μπροστά σ’ ένα άγνωστο πρόσωπο, το παιδί αρχίζει να αντιδρά όχι πια χαμογελώντας αλλά με άλλους αρνητικούς τρόπους. Μπορεί απλά να χαμηλώσει το βλέμμα, να κρύψει το πρόσωπο του με τα χέρια του, να κρυφτεί πίσω από το ρούχο της μητέρας, να αποστρέψει το κεφάλι, ή ακόμα και να κλάψει ή να φωνάξει. Αυτή η αντίδραση υπονοεί ότι υπάρχει συνείδηση της διαφοράς ανάμεσα στο πρόσωπο της μητέρας και κάποιου άλλου. Σε φαινομενολογικό επίπεδο, έχουμε να κάνουμε με μια φοβία, ένα φόβο για κάποιο αβλαβές πρόσωπο – ακόμα κι αν είναι πραγματικά καλοπροαίρετο – συνοδευμένη από μια κίνηση αποφυγής.

Ο πατέρας όντας ο πρώτος άγνωστος καθώς και το πρώτο πρόσωπο που προκαλεί φοβία, αποτελεί και το πρώτο πρόσωπο του οποίου η επένδυση μεταβάλλεται σε θετική.

ΙΙ.- Ο φόβος για το σκοτάδι

Ο φόβος για το σκοτάδι, που εμφανίζεται γενικά ανάμεσα στην ηλικία των 18 μηνών και των 2 ετών, αποτελεί την απόδειξη ότι υπάρχει κάποιος εσωτερικός τραυματισμός, δηλαδή μια ρήξη της σύνδεσης της φυσικής διέγερσης και των διαθέσιμων τρόπων επεξεργασίας αυτής από τη σκέψη του παιδιού. Μοιάζει με έκρηξη προκαλούμενη από την διέγερση, η οποία διακόπτει την συνέχεια της ψυχικής λειτουργίας. Το παιδί ξυπνά απότομα, φωνάζει, ζητάει βοήθεια, απαιτεί να το πάρουν αγκαλιά, να το κρατήσουν – μπορεί να υπονοεί ότι το παιδί αισθάνεται ότι πέφτει – και με το λεξιλόγιο που διαθέτει, εκφράζει τον φόβο ότι κάποιος θα το καταβροχθίσει. Αργότερα, το παιδί θα πει «ο λύκος, ο λύκος…», που αποτελεί μια φαντασιακή εικόνα ότι το θα το φάει ο λύκος και όχι σημάδι φοβίας των ζώων, μην θέλοντας να ξαναβάλει το παιχνίδι μέσα στην κούνια του.

«Οι φόβοι για το σκοτάδι οδήγησαν στην εμφάνιση μιας πρώτης σειράς φοβιών που συμπεριλαμβάνει το άγχος για την νύχτα, τη φοβία για τις σκοτεινές παραλίες, τη φοβία για τους κρυμμένους χώρους και τη φοβία για τους υπόγειους χώρους», γράφει ο Μαγέ που θεωρεί ότι ο περιορισμός των αισθητηριακών διεγέρσεων, που είναι πρωταρχικά οπτικές, ευθύνεται για την δημιουργία συνθηκών που ευνοούν το άγχος: «(…) το φαινόμενο οξύνεται όσο η μέρα φεύγει», «αυτό που το παιδί προσπαθεί να αποφύγει είναι να μην υποχρεωθεί να ελαττώσει την οπτική του δραστηριότητα». Ο φόβος μειώνεται αφού το παιδί ενεργοποιήσει κάποια αισθητηριακή δραστηριότητα που αντικαθιστά την οπτική (για παράδειγμα κάνει θόρυβο ή στριφογυρνά στο κρεβάτι) ή αφού ακούσει μια γνωστή φωνή να του μιλάει στο σκοτάδι: «Όταν κάποιος μιλάει είναι πιο φωτεινά», όπως είπε ένα παιδάκι που παραθέτει ο Φρόιντ.

ΙΙΙ.- Το οικογενειακό λίκνο των φοβιών

Οι «μικρές φοβίες» που εμφανίζονται κατά την ανάπτυξη τις περισσότερες φορές ξεθωριάζουν και χάνουν τον ρόλο τους χάρη στον εμπλουτισμό των ψυχικών μέσων που διαθέτει το παιδί και την κατάκτηση της ικανότητας χειρισμού του σώματος του. Ο ρόλος του οικογενειακού περιβάλλοντος για την θετική εξέλιξη του παιδιού είναι συνεπώς σημαντικός και φαίνεται στις αντίθετες περιπτώσεις όπου οι φοβίες εδραιώνονται και γίνονται ενοχλητικές. Παρόλα αυτά το φαινόμενο δεν είναι μονόπλευρο ούτε ο τύπος των γονέων που έχουν φοβικά παιδιά είναι χαρακτηριστικός. Η εμφάνιση – ή καλύτερα, η εδραίωση –  μιας φοβίας επηρεάζεται από όλα εκείνα τα στοιχεία που μπορούν να παρενοχλήσουν την ψυχική επεξεργασία των συγκρούσεων του παιδιού, την προοδευτική επεξεργασία του συστήματος των ορμών του και τη συνέχεια της ψυχικής λειτουργίας του. Η μητέρα του «Μικρού Χανς» έδειχνε πολύ παθιασμένη με τον γιο της, γεγονός που δικαιολογείται από την απουσία του πατέρα, του οποίου ο απαγορευτικός και αρχετυπικός ρόλος δεν μπορεί να ισορροπήσει με την μητρική συναισθηματική επένδυση. Όλα μπορούν να παίξουν ρόλο: η πρόωρη και υπερβολική απαίτηση για καθαριότητα, οι αναστολές που εμποδίζουν τους γονείς να είναι τρυφεροί διότι τις χρησιμοποιούν ως ασπίδα απέναντι στις όποιες αιμομικτικές φαντασιώσεις τους, μια πιθανή κατάθλιψη της μητέρας που δεν της επιτρέπει να στηρίξει το παιδί της ώστε να αναπτύξει τους μηχανισμούς επεξεργασίας κτλ.

Οι κλινικές παρατηρήσεις μας οδηγούν στην διαπίστωση ότι η παιδική φοβία εμφανίζεται όταν υπάρχει ως παρασκήνιο ή ως απαραίτητη συνθήκη ένα κλίμα συναισθηματικής ανασφάλειας. Ένας ξαφνικός αποχωρισμός από την μητέρα, ή οι συχνές απουσίες της, καθώς κι η γέννηση δευτερότοκου παιδιού. Όλα αυτά μπορεί να διακινδυνεύσουν στην οργάνωση του σχεσιακού πλέγματος του παιδιού και να θέσει σε λειτουργία ένα σύστημα συναισθηματικής εξισορρόπησης που αποτελεί εύφορο πεδίο για την εμφάνιση άγχους και φοβιών .

Ένας άλλος παράγοντας, ο οποίος παίζει ρόλο περισσότερο στην συντήρηση μιας φοβίας παρά στην εγκατάσταση της είναι η αλληλεπίδραση του άγχους του παιδιού με τη φοβική λειτουργία του ενός ή του άλλου γονέα, συχνότερα της μητέρας… Το σύμπτωμα του παιδιού δημιουργεί μια υπερβολική ανησυχία και ωθεί τους γονείς να αντιδρούν με υπερπροστατευτική επιείκεια ή με αντιφοβικές συμπεριφορές. Οι δημοσιευμένες κλινικές περιπτώσεις τεκμηριώνουν το εύρος της περιπλοκότητας των φαντασιακών σχέσεων γονέων και παιδιών.

Μια τραυματική εμπειρία, δηλαδή κάποιο γεγονός που εντυπώθηκε στο παιδί αφήνοντας του ανεπούλωτα σημάδια, μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη για την οργάνωση μιας φοβίας, παρόλα αυτά είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι μια φοβία μπορεί να εγκατασταθεί χωρίς να έχει μεσολαβήσει κάποια εξωτερική τραυματική εμπειρία αλλά να οφείλεται μόνο σε εσωτερική ρήξη της ισορροπίας της ψυχικής οικονομίας.

V. – Η γέννηση των παιδικών φοβιών

Πολλά θα εξαρτηθούν επίσης από την στάση των γονέων απέναντι στο φοβικό παιδί τους. Μια φοβία δεν εμφανίζεται μόνη της και ακολουθείται από «δευτερογενή πλεονεκτήματα». Το πρώτο πλεονέκτημα είναι ότι η φοβία συντελεί στην μείωση του άγχους λόγω της μετατόπισης του που εφαρμόζει το παιδί από μόνο του σαν λύση απέναντι στο άγχος. Το ή τα δευτερογενή πλεονεκτήματα αφορούν την απάντηση των γονέων απέναντι στο άγχος του παιδιού. Η ιδανική απόκριση του οικογενειακού περιβάλλοντος πρέπει να ευνοεί την ανάπτυξη των συνθηκών για την ψυχική επεξεργασία των συγκρούσεων του παιδιού: να μειώνει οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει αιτία υπερβολικής σεξουαλικής διέγερσης, να συζητά με το παιδί για ότι αισθάνεται, να του διηγείται παραμύθια και ιστορίες που σχηματοποιούν τα θέματα της φοβίας, να το συνοδεύει στη λογική αντιμετώπιση των καταστάσεων τις οποίες φοβάται, να είναι ανεκτικοί σε κάποιες μικρές αλλαγές όπως να υπάρχει κάποιο φως αναμμένο τη νύχτα, να διευκολύνουν την μετατροπή των φοβιών σε «φιλίες» κτλ. Η τήρηση μιας στάσης που θα κάνει το παιδί να αισθάνεται ότι βρίσκει κατανόηση και υποστήριξη κρίνεται απαραίτητη έτσι ώστε το ναρκισσιστικό τραύμα ή η ταπείνωση που αισθάνεται για τον εαυτό του, δηλαδή η αίσθηση ότι έχει ανόητους φόβους, να μην προκαλείται από την οικογένεια ή από τραυματικές εκπαιδευτικές μεθόδους.

Αποτελεί όμως συχνό φαινόμενο οι φοβίες του παιδιού να αναπτύσσονται, και κυρίως να εμμένουν, καθώς το φοβικό κλίμα στην οικογένεια τις ευνοεί. Η φοβική συμπτωματολογία συναντά το σύστημα των φαντασιώσεων των γονιών και θέτει σε αμφισβήτηση τον τρόπο που οι ίδιοι είχαν επεξεργαστεί το ίδιο πρόβλημα στο παρελθόν. Οι γονείς που παραμένουν φοβικοί μπορεί να συμπεριφέρονται με υπερβολική κατανόηση προς το παιδί τους και να μην έχουν στη διάθεση τους περισσότερο επεξεργασμένα μέσα αντιμετώπισης της φοβίας από το παιδί τους προκειμένου να μπορέσουν να το βοηθήσουν να ξεπεράσει τη φοβία του. Οι γονείς μπορούν να δημιουργήσουν ένα είδος συμμαχίας με το παιδί, για παράδειγμα μέσω των συμπεριφορών αποφυγής που ασυνείδητα ενθαρρύνουν ή ανέχονται σε υπερβολικό βαθμό. Ένα φοβικό παιδί μπορεί να επιλεγεί ως αντιφοβικό αντικείμενο από την μητέρα του. Μια τέτοια μητέρα εξάλλου αναλαμβάνει με υπέρμετρη ευχαρίστηση τον αντιφοβικό ρόλο που την κάνει παίξει το παιδί της. Οι κοινές φοβικές στάσεις μπορεί να σχεδιαστούν ή να εστιάσουν σ’ ένα οικογενειακό φοβικό στοιχείο, το οποίο θα θεωρηθεί υπεύθυνο για την γενική δυστυχία (όπως ο δάσκαλος για παράδειγμα).

Κατά την εφηβεία παρατηρείται να εμμένουν ή να εμφανίζονται πολύ χαρακτηριστικές φοβίες (των μικρών ζώων, για παράδειγμα), αλλά συνήθως ο έφηβος δεν εξωτερικεύει πλέον τις παλιές του φοβίες, αντίθετα τις κρύβει μέσα του. Από την άλλη πλευρά, οι αλλαγές της εφηβείας κάνουν το ψυχικό σύστημα πιο ευάλωτο και η επαφή με ποικίλες καινούργιες κοινωνικές καταστάσεις τις οποίες ο έφηβος θα πρέπει εις το εξής να αντιμετωπίζει όλο και συχνότερα μόνος του, χωρίς να είναι πάντα έτοιμος, αυξάνουν τη συχνότητα των αγχωτικών καταστάσεων και τη χρήση των συστημάτων αποφυγής. Πρόκειται για ένα είδος πολύπλευρης φοβικής διάθεσης η οποία εστιάζει σε κάποιες στιγμές και κάποιες καταστάσεις, κυρίως τις καταστάσεις που αφορούν τις σχέσεις με τους άλλους, χωρίς ωστόσο να γίνεται φανερά ευδιάκριτη. Πρόκειται στην πραγματικότητα για ψυχοφοβίες (όπως αυτές που προαναφέρθηκαν) οι οποίες στοχεύουν στην αποφυγή συνειρμών που επιφέρουν συναίσθημα ή άγχος, ανεξάρτητα με το αν προκαλούνται από κάποιο εξωτερικό τραυματικό αντικείμενο: αυτές οι «α-μορφες» φοβίες της εφηβείας οφείλονται σε γενικές αναστολές και σε ρευστές συμπεριφορές αποφυγής οι οποίες ορίζουν έμμεσα και άσχημα το εσωτερικό στοιχείο του οποίου στοχεύουν να αναστείλουν τη διέγερση.

Photos via

2 Comment

  1. Κι εμάς στην αρχή τη φοβόταν! Τώρα το έχει συνηθίσει! Τα μικρούλια μας μωρέ, μια σταλιά ψυχούλες είναι, λογικό είναι να έχουν τέτοιες φοβίες..
    Ενδιαφέρον και το απόσπασμα!

    1. Belz says: Reply

      Ευχαριστώ Βέρα! Είστε τυχεροί που το συνηθίσατε γιατί εμάς δεν τη συμπαθεί καθόλου!

Τα σχόλια σας είναι καλοδεχούμενα!